The Artist As Public Intellectual @en

Καλλιτεχνική απεργία… Το έργον δεν έλαβεν τέλος!

Σοφία Μπέμπεζα

“Είναι ουσιώδες ότι η μειονότητα συνηγορεί στην αναγκαιότητα της μετάβασης σε μια ενεργό καλλιτεχνική απεργία, χρησιμοποιώντας τα μηχανήματα της πολιτιστικής βιομηχανίας ώστε να τεθεί σε πλήρη αντίφαση με την ίδια. Πρόθεση δεν είναι να σταματήσει ο κανόνας της παραγωγής, αλλά να μεταβληθεί το πιο περιπετειώδες μέρος της καλλιτεχνικής παραγωγής, έτσι ώστε να παραχθούν επαναστατικές ιδέες, μορφές και τεχνικές.”

Alain Jouffroy

Τι είναι μια καλλιτεχνική απεργία; Το παραπάνω ζήτημα τέθηκε για πρώτη φορά το 1968 στο δοκίμιο του Alain Jouffroy Τι θα γίνει με την Τέχνη;1 Ήδη από την πρώτη αυτή αναφορά, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η καλλιτεχνική απεργία συνιστά έναν ιδιαίτερο τύπο απεργίας. Στη δεκαετία που ακολούθησε ο Gustav Metzger, ο καλλιτέχνης που συνέταξε το μανιφέστο Auto-Destructive Art (1960), κάλεσε τους συναδέλφους του καλλιτέχνες να σταματήσουν την καλλιτεχνική παραγωγή για τρία χρόνια, από το 1977 μέχρι το 1980. Οι καλλιτέχνες κλήθηκαν να σταματήσουν να παράγουν έργα, να μην πωλούν και να μην δείχνουν τα έργα τους σε εκθέσεις. Σε αυτήν την απεργία δεν ανταποκρίθηκε κανείς!

Art workers_SB

Ο Stewart Home, περίπου μια δεκαετία αργότερα, επανέφερε την ιδέα της καλλιτεχνικής απεργίας στα πλαίσια του Νεοϊσμού και των Art Strike Papers. Το πρόταγμα ήταν και πάλι τρία χρόνια απεργία με σκοπό την ενθάρρυνση μιας κριτικής συζήτησης γύρω από την έννοια της τέχνης. Στην έντυπη έκδοση του YAWN, funzine που κυκλοφόρησε κατά τη διάρκεια της “απεργίας” μεταξύ 1990 και 1993, γίνεται σε έναν βαθμό αντιληπτή τόσο η πρόθεση των απεργών καλλιτεχών όσο και τα χαρακτηριστικά της απεργίας: “Σίγουρα, η πρόταση της καλλιτεχνικής απεργίας είναι παράδοξη, απίστευτη, παράλογη, παράξενη, ασυνάρτητη, εξτρεμιστική, μαζοχιστική, ρεαλιστική, και απαιτητική, αλλά είναι μια κοινωνική δράση που έχει ως πρωταρχικό στόχο της την εσκεμμένη πρόκληση της ενόχλησης”. Επίσης, στο κείμενο Art Strike Papers (1990-93) τονίζεται ότι έστω κι αν ορισμένα άτομα αποφασίσουν να συμμετέχουν ενεργά στην απεργία, για την περίοδο που ξεκινάει την 1η Ιανουαρίου 1990, ο αριθμός τους θα είναι τόσο μικρός έτσι που η απεργία είναι απίθανο να οδηγήσει στο κλείσιμο κάποιων ιδρυμάτων τέχνης ή γκαλερί. Ωστόσο, όμως, η απεργία θα μπορέσει να καταδείξει ότι η κοινωνικά επιβεβλημένη ιεραρχία επί της τέχνης μπορεί να αμφισβητηθεί επιθετικά! Από όσο γνωρίζουμε (παρόλη την μεγάλη απήχηση των Art Strike Papers στην Αμερική, στη Μ. Βρετανία, στην Ιρλανδία και στη Γερμανία) και σε αυτό το κάλεσμα δεν ανταποκρίθηκε κανείς! Οι μόνοι που συμμετείχαν ενεργά στην απεργία (και παρέμειναν “ανενεργοί” στο διάστημα των τριών χρόνων) ήταν οι εμπνευστές της, δηλαδή ο Stewart Home, ο Tony Lowes και ο John Berndt!

Τι συμβαίνει άραγε με αυτές τις απόπειρες καλλιτεχνικής απεργίας; Μπορούν ή όχι οι καλλιτέχνες και κατ΄επέκτασιν οι πολιτισμικοί παραγωγοί να ανασκευάσουν και να μποϊκοτάρουν τις ίδιες τους τις καλλιτεχνικές πρακτικές, που συνδέονται με την άμεση παραγωγή εικόνων, ήχων, λέξεων, αντικειμένων, καταστάσεων κλπ; Πώς νοείται σήμερα η καλλιτεχνική παραγωγή/εργασία και τι θα σήμαινε μια καλλιτεχνική απεργία;

ConfessionStrike90-93_SB

Η αποχή από την καλλιτεχνική παραγωγή ενέχει κυρίως μια λογική στρατηγικής προετοιμασίας σε έναν μακροκοινωνικό ορίζοντα, η οποία αμφισβητεί τον καλλιτεχνικό αυθορμητισμό των ιστορικών, αλλά και ορισμένων νεότερων πρωτοποριών. Σύμφωνα με τον Metzger, μια καλλιτεχνική απεργία δεν θα περιοριζόταν σε μια απλοϊκή κίνηση άρνησης του πεδίου της τέχνης ούτε σε μια οριστική ρήξη με το σύστημα παραγωγής της τέχνης. Μια καλλιτεχνική απεργία θα μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω από παύση των παραγωγικών εργασιών, κάτι παραπάνω από μια απλή αρνητική χειρονομία. Η παύση της καλλιτεχνικής παραγωγής θα σήμαινε αποχή από την καθημερινή αμεσότητα της παραγωγής για ένα χρονικό διάστημα, με στόχο την προετοιμασία για μια κριτική θεώρηση των παραγωγικών μηχανισμών και την εμβάθυνση στη Θεωρία. Σήμερα, η καταιγιστική παρουσία του θεωρητικού λόγου μέσω της επιμελητικής πλαισίωσης της παραγωγής μας καθιστά πιο επιφυλακτικούς. Ποιά «εμβάθυνση στην θεωρία», σε ποιές θεωρίες, θα μπορούσε να βοηθήσει τον καλλιτέχνη στην συγκρότηση ενός νέου ορμητηρίου;

Σε σχέση με την έννοια της καλλιτεχνικής απεργίας που πρότεινε ο Metzger ένας σύγρονος διανοητής, ο Gerald Raunig, θέτει το εξής ερώτημα: τι θα σήμαινε μια τέτοια απόπειρα, δηλαδή να διακόψει κανείς το μεταφορντικό καθεστώς του χρόνου σε ένα πεδίο όπως το καλλιτεχνικό, το οποίο προϋποθέτει κατά κανόνα την ασυνέχεια και τη συχνή διακοπή;2 O Raunig υποστηρίζει ότι η καλλιτεχνική απεργία δεν είναι μόνο μια ύστερη προσαρμογή της ιδέας της γενικής απεργίας στο καλλιτεχνικό πεδίο, αλλά σε σημαντικό βαθμό είναι και μια πρωτοποριακή άρνηση των μεταφορντιστικών παραγωγικών διαδικασιών. Η εν λόγω άρνηση δεν ταυτίζεται με την πλήρη αδράνεια του συστήματος, εν τούτοις όμως μπορεί να αποβεί „παραγωγική“ στην δημιουργία νέων θεωρητικών εργαλείων και στη σύναψη κοινωνικών συμμαχιών. Μια απαραίτητη προϋπόθεση είναι η επαναθεώρηση της έννοιας του χρόνου μέσα από τις πρακτικές της καλλιτεχνικής παραγωγής. Η έννοια της χρονικότητας, την οποία τονίζει ο Raunig, είναι σημαντική, προκειμένου να δούμε τους όρους μιας καλλιτεχνικής απεργίας καθώς και τις μετατοπίσεις που προκύπτουν μέσα από αυτήν. Αναρωτιόμαστε, πώς θα μπορούσαμε να διεκδικήσουμε έναν άλλο χρόνο προκειμένου να εστιάσουμε στην έννοια της πολιτισμικής παραγωγής και στις επιμέρους διαδικασίες της καλλιτεχνικής παραγωγής με ορμητήριο τη θεωρία;

Η πρόταση του Metzger και κατά συνέπεια ο σκοπός της απεργίας θα λέγαμε ότι εξυπηρετεί μια διπλή αναγκαιότητα: την ανάδυση νέων φορμών απεδαφικοποίησης και επανεδαφικοποίησης (Deterritorialization – Reterritorialization, βλ. Deleuze/Guattari). Η απεδαφικοποίηση προκύπτει με την άρνηση της επιβεβλημένης χρονικότητας, της ατέρμονης παραγωγής και της διαρκούς ορατότητας στα πλαίσια του σύγχρονου καπιταλιστικού μοντέλου. Για παράδειγμα, μια καλλιτεχνική απεργία θα αμφισβητούσε την ψυχαναγκαστική συμμετοχή σε μια πληθώρα δραστηριοτήτων του πεδίου της τέχνης, την υπερδραστηριοποίηση λόγω του «άγχους της ορατότητας». Μια απεργία θα αμφισβητούσε την υπερεγωτική φωνή που λέει «να είσαι κι εσύ παρών/παρούσα» και θα διεκδικούσε έναν “άλλο χρόνο”. Σε ένα άλλο, όχι απαραίτητα παράλληλο, επίπεδο, η διαδικασία της απεδαφικοποίησης συμπληρώνεται από την επανεδαφικοποίηση, δηλαδή τη μετατόπιση της παραγωγής σε έναν άλλο χρόνο (και τόπο) εστιάζοντας στην κοινωνική διάσταση της τέχνης αλλά κυρίως στο πολιτικό γίγνεσθαι. Είναι σαφές, ότι μια καλλιτεχνική απεργία δεν μπορεί να προκύψει εν κενώ, πόσο μάλλον ως οξυδερκές αστείο λευκών ανδρών καλλιτεχνών από την εποχή των 60s. Μία εγκάρσια αναδιάταξη με σημερινούς όρους είναι αναγκαία! H καλλιτεχνική απεργία, στην διαδικασία της επανεδαφικοποίησης, χρειάζεται να συνδεθεί και να αναζυμωθεί με ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά μορφώματα π.χ. κοινωνικά κινήματα, κινήσεις πολιτών, ακτιβιστικές ομάδες3.

AboutYourSymptom_SB

http://culturalsymptoms.wordpress.com/

Αλλά ας δούμε ποιούς/ποιές θα μπορούσε να αφορά σήμερα η ιδέα της καλλιτεχνικής απεργίας. Ποιά είναι τα υποκείμενα που μπρορούν να προβούν σε αυτήν; Κάτι τέτοιο μοιάζει να αφορά κυρίως καλλιτέχνες ή περί της τέχνης απασχολούμενους, όσους και όσες ζουν και εργάζονται σε επισφαλείς συνθήκες στον λεγόμενο δυτικό κόσμο και κατά συνέπεια στον ελλαδικό χώρο, όντας κομμάτια της δημιουργικής βιομηχανίας. Σήμερα υπό τις συνθήκες του μετα-φορντισμού, του καπιταλισμού της γνώσης (cognitive capitalism) ή σε τελευταία ανάλυση του σημειοκαπιταλισμού (semiocapitalism)4 η καλλιτεχνική παραγωγή και εργασία αποκτούν διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά σε σχέση με παλαιότερες εποχές. Μερικά από αυτά εντοπίζονται στο ευρύτερο φάσμα των επισφαλών εργαζομένων και άλλα είναι περισσότερο συνδεδεμένα με την καλλιτεχνική παραγωγή. Πιο συγκεκριμένα, η καλλιτεχνική παραγωγή συνδέεται άμεσα με το σώμα του/της εργαζόμενου/ης (όπως πχ. στη μουσική, στο θέατρο, χορό, περφόρμανς κ.ά.) αλλά και με την παραγωγή ενός προϊόντος που έχει κυρίως συμβολική αξία, αλλά ενδεχομένως και αγοραστική αξία. Όπως εύστοχα παρατηρεί η Isabell Lorey, oι καλλιτέχνες, ενεργώντας ταυτόχρονα ως παραγωγοί, φορείς παροχής υπηρεσιών και ατομικοί επιχειρηματίες, στέκονται άμεσα σε αντίθεση με τους εαυτούς τους ως κεφαλαιοποιημένες μορφές ζωής, στις αξίες που οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει, με έναν τρόπο που μοιάζει να είναι εντελώς διαφορετικός από τη σχέση που ο Karl Marx ορίζει ως «παραγωγική εργασία»5. Το φαινόμενο που παρατηρείται έντονα σήμερα, είναι ότι η καλλιτεχνική εργασία και κατ’ επέκτασιν οι δραστηριότητες ενός αρκετά μεγάλου μέρους των καλλιτεχνικών παραγωγών “εξαργυρώνονται” στη σφαίρα του συμβολικού κεφαλαίου. Επίσης, αξίζει να τονισθεί ότι πολλοί καλλιτέχνες (προκειμένου π.χ. να εμπλουτίσουν το βιογραφικό τους) εργάζονται σε μεγάλο βαθμό είτε αμισθί συμμετέχοντας με το έργο τους σε εκθέσεις χωρίς την παραμικρή αμοιβή, είτε με μικρή/ελλειπή και σποραδική χρηματοδότηση (κατά κανόνα για την παραγωγή ενός έργου ή την υλοποίηση ενός πρότζεκτ).

RefruseYourRole_SB

Στον στοίβο της αναγνωρισημότητας αλλά και της επιβίωσης παρατήρουμε όλο και περισσότερους καλλιτέχνες να ανταγωνίζονται όμοιους τους για το κομμάτι της πίτας που γίνεται όλο και μικρότερο… Όλο και περισσότεροι επισφαλείς πολιτισμικοί παραγωγοί προστίθενται στο ενεργό κομμάτι της δημιουργικής βιομηχανίας, σε καθεστώς πολλαπλής εκμετάλλευσης της εργασίας τους αλλά και αυτο-εκμετάλλευσης. Σε αυτά ακριβώς τα φαινόμενα εστιάζουν για παράδειγμα οι W.A.G.E., ομάδα καλλιτεχνών με έδρα τη Νέα Υόρκη. Οι δράσεις τους συνοδεύονται από μια μαχητική ρητορική που έχει ως σκοπό όχι μόνο την κριτική στάση αλλά και την κινητοποίηση των πολιτισμικών παραγωγών ενάντια στην διαρκώς αυξανόμενη επισφάλεια στο καλλιτεχνικό πεδίο. Σε παρόμοιο επίπεδο δραστηριοποιείται και η κολλεκτίβα Carrotworkers στο Λονδίνο, διεκδικώντας από μουσεία, οργανισμούς και άλλους καλλιτεχνικούς φορείς την δίκαιη αμοιβή (πολλές φορές την ίδια την αμοιβή, το αυτονόητο που εκλίπει!) των πολιτισμικών παραγωγών, όπως πχ. νεαρών πρακτικάριων και βοηθών επιμελητών, ιστορικών της τέχνης, καλλιτεχνών κ.ά. Τέτοια παραδείγματα είναι ορατά σε ένα μικρό βαθμό, πράγμα που καθιστά επιτακτική την ανάγκη αναθεώρησης της καλλιτεχνικής εργασίας από τους ίδιους τους παραγωγούς και τους πολιτισμικούς φορείς εν γένει.

Επίσης γίνεται εμφανές ότι οι καλλιτεχνικοί παραγωγοί (αυτο)παγιδεύονται και πολλές φορές αυτοαναιρούνται μέσα από διαδικασίες που υποτίθεται ότι επιλέγουν ελεύθερα. Έτσι, το ζήτημα που τίθεται στη συνέχεια είναι αφενός η συνειδητοποίηση της λειτουργίας της σύγχρονης δημιουργικής βιομηχανίας και αφετέρου οι αντίξοοες συνθήκες του (αυτο)εγκλωβισμού των καλλιτεχνών μέσα σε αυτή. Η εν λόγω βιομηχανία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην επιβεβλημένη ‘αυτονομία’, στη συνεχή δημιουργικότητα και στην καινοτομία ως μέτρο επιτυχίας. Δίνεται έμφαση στην διεπικοινωνία και στη δικτύωση καθώς και στον προσανατολισμό του δημιουργικού δυναμικού με γνώμονα τη συνεχή ανάπτυξη στο μέλλον – πράγμα που αναγνωρίζουμε άλλωστε ως σημαντικό χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας. Σε αυτά τα πλαίσια παρατηρείται μια σποραδική, αβέβαιη και ευκαιριακή απασχόληση (βλ. εφήμερες συμβάσεις, ανεπίσημα συμβόλαια, μαύρη εργασία κ.ά). Στο κομμάτι της πολιτισμικής παραγωγής οι συνθήκες αυτές (παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται στο καθεστώς της επισφαλούς εργασίας εν γένει) οδηγούν το μεγαλύτερο μέρος των αυτοαπασχολούμενων πολιτισμικών παραγωγών στην αναζήτηση παντός είδους εργασιών (εξίσου επισφαλών) προκειμένου να διασφαλίσουν τον βίο τους και κατά συνέπεια τη δυνατότητα να δρουν στο καλλιτεχνικό πεδίο. Στα παραπάνω προστίθεται η μη σαφής διάκριση μεταξύ εργασίας και ιδιωτικής σφαίρας αλλά και η απουσία της διάκρισης ελεύθερου χρόνου και χρόνου εργασίας, ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εικόνας του πολιτισμικού παραγωγού στο σύγχρονο καπιταλιστικό μοντέλο.

OnStrike_SB

Γυρίζοντας πίσω στην ιδέα της καλλιτεχνικής απεργίας, το κύριο ερώτημα που μας απασχολεί αφορά σε μια ουσιαστική ρήξη με τους ηγεμονικούς, πλην μηχανιστικούς κανόνες, της πολιτιστικής βιομηχανίας. Μια τέτοια ρήξη προϋποθέτει μια καθολική αμφισβήτηση του καλλιτεχνικού υποκειμένου, πράγμα διόλου εύκολο, μιας και η συγκρότηση του εν λόγω υποκειμένου ενέχει μεταξύ άλλων τα συμπτώματα της αυτοκυριαρχίας, της αυτορύθμισης, της (αυτο)κυβερνητικότητας, εντέλει το μύθο της αυτονομίας!

Kι ενώ η ανάδυση ενός διαφορετικού καλλιτεχνικού υποκειμένου δείχνει να προκύπτει μέσα από την ορατή πλεόν δυσανεξία στους κόλπους του πεδίου της τέχνης, την ίδια στιγμή παρατηρούμε μια διάχυτη αμηχανία μεταξύ των υποκειμένων, πολλές φορές προσκόλληση σε “ρομαντικές” εκδοχές της φιγούρας του καλλιτέχνη κι άλλες φορές εθελοτυφλία! Οι αντιφάσεις που παρατηρούνται στην συγκρότηση του καλλιτεχνικού υποκειμένου, λόγω της αναγκαιότητας του αυτοπροσδιορισμού μέσα από την καλλιτεχνική πράξη αλλά και έξω από αυτήν, είναι ορατές και εξηγήσιμες. Όμως η καλλιτεχνική πράξη, τουλάχιστον έτσι θα θέλαμε, οφείλει να παραμείνει ένα πεδίο διαρκούς αντιπαράθεσης και ανταγωνισμού στο εσωτερικό της αλλά και στη σχέση της με το κοινωνικό-πολιτικό πεδίο. Εν κατακλείδι θα λέγαμε ότι η προτεινόμενη αναδιατύπωση της σημασίας της καλλιτεχνικής απεργίας συνοψίζεται στα εξής σημεία: i) Aμφισβήτηση του εαυτού. Η διττή συνθήκη που καθιστά τους καλλιτέχνες θύτες και θύματα διαφαίνεται εδώ ως το κυριότερο χαρακτηριστικό των υποκειμένων δράσης. Εάν όμως (παρά)δεχτούμε ότι το κυρίαρχο πνεύμα επιβάλλεται μεν σε έναν βαθμό αλλά δεν αποτελεί απαραίτητα μια αντικειμενική αναγκαιότητα, τότε τα υποκείμενα δράσης θα πρέπει να ενστερνίζονται την αυτοκριτική διαδικασία και να επωμίζονται τις ευθύνες τους. ii) Διεκδίκηση ενός άλλου χρόνου. Πράγμα που μπορεί να οδηγήσει τη φαινομενική αδράνεια σε στρατηγική προετοιμασία ώστε να συμπεριλάβει επιμέρους όψεις και δυναμικές. Μια καίρια δυναμική είναι η συνειδητοποίηση της ριζικής συγγένειας των καλλιτεχνικών παραγωγών με το σύγχρονο πρεκαριάτο και η πολιτική σημασία μιας τέτοιας συμμαχίας (κοινής δράσης). iii) Ρήξη με τους κατεστημένους κανόνες της παραγωγής μέσα στο σύστημα παραγωγής. Βασική προϋπόθεση για κάτι τέτοιο αποτελεί η προάσπιση της δυνατότητας ριζικών μετασχηματισμών μέσα στους θεσμούς και η συλλογική αμφισβήτηση μιας μονολογικής ουσίας του συστήματος, πχ. αυθεντία ή αμετάβλητη κυριαρχία των υπάρχουσων θεσμών της τέχνης.

Οι καλλιτέχνες/πολιτισμικοί παραγωγοί, οι οποίοι/ες επιστρατεύουν και ενσωματώνουν τις πρακτικές της άρνησης, της ριζικής αντιπαράθεσης ή της σύγκρουσης εντός και εκτός των θεσμικών μηχανισμών της τέχνης θα λέγαμε ότι ενσαρκώνουν την ιδέα της καλλιτεχνικής απεργίας ως ριζοσπαστικό πρόταγμα. Επίσης θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι αποτελούν μια άλλου τύπου “πολεμική μηχανή”6. Μια τέτοια συλλογική οργανική μηχανή, της οποίας τα μέρη δεν συνδέονται άμεσα χωρικά ή τοπικά, αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης πολυμηχανής, η οποία μορφοποιείται, δικτυώνεται και δρά σε περισσότερα από ένα επίπεδα και είναι ίσως ικανή να “πολεμήσει” τις επιμέρους πολιτικές και πολιτιστικές ηγεμονίες. Η όχι και τόσο παράτολμη ιδέα της καλλιτεχνικής απεργίας σήμερα, δύναται να είναι ένα κομμάτι της ευρύτερης πολυδιάστατης μηχανής που εστιάζει στην εγρήγορση και την ενεργή προετοιμασία για τις μάχες που έπονται!

StreikGoldsmiths_SB

Goldsmiths, UK 2011.

Η προτεινόμενη αναδιατύπωση της καλλιτεχνικής απεργίας αποσκοπεί σε μια νέα θεώρηση της σημασίας της, η οποία διαφέρει σε έναν βαθμό από αυτήν που τόνισαν οι πρωτεργάτες της στις προηγούμενες δεκαετίες. Αυτό που προέχει να δούμε, είναι πώς η καλλιτεχνική απεργία συναρθρώνεται με εκείνους τους συλλογικούς φορείς που κρίνουν κι επιχειρούν να ανασυντάξουν σε βάθος ή να ανατρέψουν τον καταστικό πυρήνα τους. Τέλος λοιπόν, ίσως δεν μένει παρά να αναρωτηθούμε και να ρωτήσουμε: Ποιά είναι η δική σου απεργία;


Υποσημειώσεις

1. Alain Jouffroy «What is to be done about Art», in: Art and Confrontation. London: Studio Vista, 1970.
2. βλ. Gerald Raunig, Industrien der Kreativitaet, Streifen und Glaetten 2. Zuerich: diaphanes 2012.
3. βλ. ενδεικτικά το παράδειγμα των ισπανίδων ακτιβιστριών Precarias a la Deriva.
4. Στον σημειολογικό καπιταλισμό τα αγαθά που κυκλοφορούν στον κόσμο της οικονομίας και της πληροφορίας είναι σημάδια, στοιχεία, εικόνες, προβολές, προσδοκίες. Βλ. Franco Berardi Bifo, After the future. Edinburgh/Oakland/Baltimore: AK Press 2011.
5. βλ. Isabell Lorey, «Virtuosos of freedom. On the implosion of political virtuosity and productive labour», http://eipcp.net/transversal/0207/lorey/en .
6. βλ. Gerald Raunig, Tausende Maschinen. Wien: Turia + Kant 2008.

 

To κείμενο πρωτοδιεμοσιεύτηκε στην έντυπη Λεύγα, τεύχος 7, Καλοκαίρι 2012 (http://www.levga.gr)


Η Σοφία Μπέμπεζα είναι καλλιτέχνης, θεωρητικός και περφόρμερ.
Αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και από το Master of Art in Context του Πανεπιστημίου Τεχνών του Βερολίνου. Eίναι υποψήφια διδάκτωρ Φιλοσοφίας στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης. Η διδακτορική της εργασία διερευνά σύγχρονες καλλιτεχνικές πρακτικές και στρατηγικές στο πλαίσιο μιας ανταγωνιστικής δημόσιας σφαίρας, και ιδιαίτερα τη σχέση ανάμεσα στην τέχνη, το δημόσιο βίο και τη σύγκρουση. Ζει στη Ζυρίχη.

Leave a Reply

Your email address will not be published.