The City As Narrative @en

Φακός στο στόμα 1

Χρήστος Χρυσόπουλος

Το αστικό γεγονός είναι οτιδήποτε κάνουμε στον δημόσιο χώρο της πόλης. Τις περισσότερες φορές είναι κάτι ασυναίσθητο και πειθαρχημένο: στεκόμαστε, περπατάμε, καταναλώνουμε, μιλάμε, καθόμαστε, κινούμαστε. Σε αυτό το διάνυσμα των γεγονότων από τη στάση μέχρι την κίνηση και από την πειθαρχία μέχρι την παραβατικότητα υπάρχουν γεγονότα απροσχεδίαστα,αλλά και δράσεις συνειδητές: τραγουδάμε στον δρόμο, γράφουμε πάνω σε έναν τοίχο, σπάζουμε ένα αντικείμενο, σκοντάφτουμε, ανάβουμε μια φωτιά, παίζουμε θέατρο, κυνηγιόμαστε, κλέβουμε, χτυπούμε, ρυπαίνουμε, χορεύουμε, ξαπλώνουμε κ.λπ.

Ο δρόμος γίνεται τότε ένας χώρος οικείος –ή μάλλον οικειοποιημένος– όπως ένα ιδιωτικό δωμάτιο. Αισθανόμαστε ότι μέσα εκεί έχουμε κάποιο δικαίωμα. Με αυτόν τον τρόπο το γεγονός μεταμορφώνεται σε πράξη, δηλαδή υποκειμενικοποιείται. Είναι κάτι που «κάποιος κάνει». Είναι κάτι που πλέον δεν εκτυλίσσεται «μέσα στην πόλη»,αλλά «στην ίδια την πόλη» (επάνω στο σώμα της πόλης). Η πόλη δεν είναι πια δοχείο (ζούμε στην Αθήνα και έχουμε δραστηριότητες), αλλά αντικείμενο-παιχνίδι (ζούμε στην Αθήνα και τη χρησιμοποιούμε, την αλλάζουμε, παίζουμε με αυτήν). Ας το πούμε αλλιώς: τα γεγονότα αποτελούν έναν τρόπο και όχι έναν τόπο κατοίκησης. Και υπό αυτήν την έννοια συγκατοικούμε με τα γεγονότα, όπως και με έναν  συγκάτοικο, επειδή συγκατοικώ σημαίνει, πάνω απ’ όλα, ζω με έναν συγκεκριμένο τρόπο – όχι απλώς ζω σε έναν κοινό χώρο. Γι’ αυτό και η έλλειψη γεγονότων –όπως, για παράδειγμα, σε μια πόλη όπου δεν συμβαίνει τίποτα, και εύκολα την ονομάζουμε νεκρή– μας σπρώχνει σε μια πανικόβλητη αναζήτηση και απελπισία. Δεν ανεχόμαστε τον αδειανό χώρο, δηλαδή έναν χώρο κενό από γεγονότα. Και σπεύδουμε καθ’ έξιν να δημιουργήσουμε γεγονότα, να συγκροτήσουμε τις διαφορετικές πτυχές της πόλης, να συναρμολογήσουμε τη θρυμματισμένη εικόνα της. Το γεγονός είναι ο μηχανισμός που κάνει οικεία την πραγματικότητα και την αγωνία ενός κόσμου που αχνοφαίνεται μπροστά μας.

Κι ενώ ωκεανοί ολόκληροι των πιο άγριων μητροπολιτικών γεγονότων μπορούν να μας αφήσουν αδιάφορους μέσα σε αυτήν την ευάρεστη οικειότητα, αρκεί ένα και μόνο αναπάντεχο συμβάν, μια ανοίκεια όψη, για να διαταραχθεί η ομοιόσταση μιας πόλης που κυβερνάται από τους νόμους της εντροπίας και να αποκαλυφθεί η αλλόκοτη, συγκρουσιακή οπτική του συμβιωτικού αστικού οργανισμού (κάποιοι θα έλεγαν του οικοσυστήματος). Από μόνα τους, συνεπώς, τα γεγονότα συνιστούν ένα σύστημα ανελέητο και ανεξέλεγκτο («κάποια πράγματα φαίνονται να συμβαίνουν αυθόρμητα»).

Ιδού, λοιπόν, το σπουδαιότερο επίτευγμα της μεγάλης πόλης: να εξουσιοδοτήσει όλα τα γεγονότα, ώστε να τα καταστήσει όλα δυνατά: «μια πόλη όπου όλα μπορούν να συμβούν». Αλλά και να καταστήσει τα γεγονότα δυνατά παντού: «τα πάντα μπορούν να συμβούν παντού».Επειδή η μητροπολιτική τοπολογία δεν χαρακτηρίζεται πλέον από ένα προνομιακό σημείο του γεγονότος («εκεί όπου όλα συμβαίνουν»), αλλά από μια άνευ προηγουμένου διασπορά προς κάθε γωνιά της πόλης, από την πλέον προνομιακή μέχρι την πλέον περιθωριοποιημένη. Γι’ αυτό και μπορούμε τώρα να ισχυριστούμε ότι τα γεγονότα της Αθήνας, καθετί που παρατηρούμε στους δρόμους, είναι η αιτία καιτο απείκασμα των ίδιων των αντιθέσεών μας. μ’ αυτόν τον τρόπο εκείνο που διακυβεύεται είναι η καθολικά σχιζοφρενική σχέση της πόλης με τους κατοίκους/δημιουργούς της: «η Αθήνα είναι μια άσχημη πόλη», «ζούμε σε μια άσχημη πόλη», «η ζωή εδώ είναι άσχημη». Ας μη γελιόμαστε όμως, ο Βάλτερ μπένγιαμιν μάς έχει προειδοποιήσει ήδη από χρόνια: η απαρέσκεια δεν είναι παρά μια μορφή φοβίας απέναντι στην οποία αμυνόμαστε.

Εδώ αξίζει να σταθούμε. Τώρα πλέον το γεγονός («αυτό που συμβαίνει») μεταμορφώθηκε σε φόβο («αυτό που σημαίνει») και ο φόβος συνιστά συστατικό στοιχείο μιας «ψυχωτικής»σχέσης με την πραγματικότητα, επειδή προκαλεί ένα είδος διέγερσης που μας αφήνει καταγοητευμένους (και καλλιεργεί όλων των ειδών τις λαγνείες). Είναι η ίδια έλξη που μας ασκούν οι «κακές» γειτονιές (τις οποίες, όταν δεν αντέχουμε να τις βιώσουμε ως πραγματικότητα, αναζητούμε ως αναπαραστάσεις σε ταινίες, βιβλία, βιντεοπαιχνίδια, πρωτοποριακά φεστιβάλ, ψαγμένες εκθέσεις…) Σε κάθε περίτωση, ο φόβος και η ηδονή συναντιούνται στα σημεία εκείνα στα οποία ανοίγεται ένας αινιγματικός ορίζοντας γεγονότων («εκεί συμβαίνουν περίεργα πράγματα»). Και η μεγάλη πόλη είναι ο κατεξοχήν τόπος αυτής της συνάντησης. Δηλαδή ο τόπος που διευρύνει άνευ προηγουμένου τη σχιζοφρενικήαντίληψη που έχουμε για τη ζωή στην πόλη: «Η άσχημη πόλη όμορφα καίγεται»– «Athensburns».

Το παράδοξο δίλημμα είναι το εξής: αν επιτρέψουμε την άκριτη ταύτιση με τα γεγονότα, τότε είμαστε εκτεθειμένοι σε κάθε είδους μόλυνση, σε κάθε είδους φόβο και παρανόηση.Αν, από την άλλη, επιδιώξουμε την περίκλειστη προστασία από κάθε γεγονός (χωρίς στην ουσία να προστατευόμαστε από τον κίνδυνο),γινόμαστε αιχμάλωτοι της νοσταλγίας ενός φανταστικού αισθήματος ασφάλειας(«τότε που αφήναμε τις πόρτες ξεκλείδωτες»), που όμως δεν υπήρξε ποτέ.

Σήμερα υπάρχει η απαίτηση για κάτι ενδιάμεσο. Η σκέψη ανοίγεται σε έναν χώρο μεταιχμιακό που ορίζεται από την απροθυμία μας να διαλέξουμε οριστικώς (προσοχή: όχι διαζευκτικώς) και το ένα και το άλλο άκρο. Αμφότερα. Πρόκειται για την άβολη θέση ανάμεσα στους δύο κόσμους. Για ένα σημείο ερμηνευτικής διακινδύνευσης στο οποίο κανείς δεν μένει ευχάριστα (σαν να ισορροπείς όρθιος επάνω στο οδόφραγμα). Αυτήν την ταλάντωση μπορούμε να την αποκαλέσουμε αινιγματική κυριολεξία της πραγματικής ζωής. Είναι μια δυνατότητα να βλέπουμε τα πράγματα εδώ που ζούμε, όχι μόνο με το μάτι, αλλά και με το μυαλό. Είναι μια δεξιότητα την οποία μπορούμε να αναπτύξουμε. Και τότε ο ορίζοντας των γεγονότων αλλάζει άρδην και μεταμορφώνεται σε ένα επιτακτικό πεδίο αμφιβολίας. Στο μέλλον θα γίνει πραγματικότητα εκείνη η σκέψη του Οράτιου: «Ακόμα κι αυτό θα είναι κάποτε ευχάριστο στη θύμηση». Είναι σίγουρο ότι θα γίνει. Στο παρόν, όμως, αυτόν τον σκυφτό άντρα θα τον αφήσουμε έτσι αβοήθητο;

 

Η ΠΟΛΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΟΤΕ ΜΙΑ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΟΨΗ. Σωστά. Υπάρχουν και όλες εκείνες οι ευεργετικές, οι ευχάριστες εκπλήξεις, τα ανοίγματα που ξεπετάγονται στον χάρτη όπως τα απρόσμενα ξέφωτα στην πυκνή βλάστηση ενός δάσους. Κάποιες μέρες νωρίς το πρωί, όταν ο ουρανός είναι καθαρός και ο ήλιος βρίσκεται ακόμη χαμηλά στον ορίζοντα, αρκεί μια βόλτα στον πεζόδρομο κάτω από τον Παρθενώνα. Αλλά την αμέσως επόμενη στιγμή η εμπειρία ανατρέπεται. Είναι κάτι βαθύτερα τρομαχτικό. Είναι η εμπέδωση ενός γεγονότος: της επίγνωσης ότι κάτι έχει αλλάξει ανεπιστρεπτί. Μια μεγάλη αράχνη τριγυρνά πεινασμένη στον ιστό της πόλης που μας φιλοξενεί. Ένα στραβοπάτημα και οποιοσδήποτε από εμάς μπορεί να βρεθεί εγκλωβισμένος στο δίχτυ. Η αράχνη μάς βλέπει όλους, φαντάσματα και ανθρώπους, μέσα απότην παραμόρφωση των πολυπρισματικών ματιών της. Για εκείνη είμαστε μόνο περαστικά θηράματα.

Όταν περπατώ, δεν ψάχνω για κάτι νέο. Δεν γυρεύω την έκπληξη. Αδιαφορώ αν διασχίζω συνέχεια τους ίδιους δρόμους, ξανά και ξανά. Η επανάληψη είναι πολυτιμότερη από την ανακάλυψη. Περπατώ με τον ίδιο τρόπο που παρατηρώ. Παρατηρώ με τον ίδιο τρόπο που γράφω.

Ο φιλόσοφος Τζον Σερλ παρομοιάζει τη γραφή με το βάδισμα: κινώ τον μηρό, σηκώνω το πόδι, συσπώ τους μυς, εκτείνω την κνήμη, ακουμπώ το πέλμα στο έδαφος κ.ο.κ. Αυτή η σειρά των πράξεων δεν μπορεί να είναι βεβαίως προμελετημένη, αλλά παραμένει επαναληπτική και εμπρόθετη. Εδώ συνυπάρχουν δύο συνθήκες: η επιμονή και η επιθυμία. Η βούληση λοιπόν μεταφράζεται σε επαναλαμβανόμενη προσταγή: «Πρέπει να περπατήσεις». Είναι μια εσωτερικευμένη διαδικασία κατά την οποία ο δρόμος, ο κάθε δρόμος, αυτονομείται και παρουσιάζει ο ίδιος τον εαυτό του στον διαβάτη. Υπό αυτήν την έννοια δεν περπατώ μέσα στην πόλη, η πόλη «με βγάζει βόλτα».

Κι έτσι, η δική μου πρωτοβουλία περιορίζεται στην αναπαράσταση της μνήμης. Γράφω αυτό που περπάτησα. Τι μπορεί, όμως, να πει κανείς για τον εαυτό του; Τι μπορεί να πει ο συγγραφέας δίχως να καταφύγει στην επινόηση; με ποιον τρόπο μπορεί να περιγράψει κανείς μια περιπλάνηση σε πρώτο πρόσωπο;

Μόνο αυτό: ο συγγραφέας δεξιώνεται την απουσία. Γιατί το να είσαι συγγραφέας δεν είναι τίποτε άλλο από την αγωνία να υιοθετήσειςένα πρόσωπο και να του αποδώσεις έναν λόγο. Έναν λόγο, όμως, που απηχεί τα λόγια των άλλων: «Ο ποιητής στέκεται στο κέντρο της οικουμένης, θεωρώντας το αίνιγμα». Νά, λοιπόν, που μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο καταλήγω να σκιαγραφώ τον εαυτό μου ως μια κινούμενη ηχώ. Δεν είμαι τίποτε περισσότεροαπό ένα όνομα. Ο συγγραφέας αδυνατεί να αντιληφθεί τον εαυτό του. Σχετίζεται με τον εαυτό του μέσα από μια γραφή που κρύβει παράλληλα αυτό που αποκαλύπτει. Νά γιατί είναι δύσκολο να είσαι συγγραφέας: γιατί απαιτεί να παραδεχτείς ότι ένα μέρος σου θα παραμένει πάντοτε απροστάτευτο, δημόσιο, και ο καθένας μπορεί εύκολα να το ξεφυλλίσει, αν το θελήσει.

Το ίδιο συμβαίνει στην πόλη. Η συνείδηση της γραφής είναι η άγνοια στη στιγμή και στον χώρο όπου γράφεις. Η συνείδηση της περιπλάνησης είναι η άγνοια στη στιγμή και στον χώρο όπου βαδίζεις. Είναι λοιπόν μια ιδιοτελής ασυνειδησία. Ο συγγραφέας και ο διαβάτης διαθέτουν μια συνείδηση που είναι παρούσα στον εαυτό της και ακούει αυτοπαθώς τον εαυτό της να μιλά. Η περιπλάνηση δεν γίνεται ποτέ στη σιωπή. Ο διαβάτης συνομιλεί διαρκώς με τον εαυτό του. Η πόλη γίνεται τότε ο κήπος της οικείωσης και της μνήμης. Ο κήπος της γραφής. μέσα εκεί εκτυλίσσονται ζωές και γεγονότα. Την ίδια στιγμή –και χωρίς αυτό να αποτελεί αντίφαση– η πόλη έχει ένα και μοναδικό έκθεμα: κάποιο ομιχλώδες πρόσωπο που φέρει το όνομα της πόλης και ζει ταυτόχρονα χιλιάδες εκδοχές της ίδιας ζωής.

Η μοίρα του διαβάτη είναι να δημιουργεί ιδεατούς κόσμους όπου συγκατοικούν αληθινοί άνθρωποι και επινοημένοι χαρακτήρες.

Η μοίρα του συγγραφέα είναι να επιστρέψει από την περιπλάνηση πασχίζοντας να τους διασώσει όλους ή όσους μπορέσει.

Κόντρα σε μια αμείλικτη δεισιδαιμονία ότι στο τέλος όλα χάνονται.

 

Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ λαμβάνει ως δεδομένο (αληθινό ή όχι, αυτό είναι αδιάφορο) ότι κάτι γύρω από αυτήν είναι αναπότρεπτο και κοινό. Εντούτοις (και αυτό είναι σημαντικό) η ζωή στην πόλη δεν μπορεί να είναι γέννημα ούτε σύμπτωμα μιας ορισμένης δομής του λόγου. Είναι απαραίτητες λογιών «παραφωνίες», εξαιρέσεις, οικειοποιήσεις, μοναδικά αντικείμενα. Η πόλη μοιάζει κάπως «ετοιμόρροπη» ή «λοξή». Ας το πούμε αλλιώς: η αστική ζωή δεν μπορεί να είναι προδιαγεγραμμένη, μόνο προκύπτει σε κάθε στροφή, σαν μια απρόσμενη συνάντηση. Όταν ο διαβάτης αποφασίσει να αγνοήσει τα οδόσημα που βρίσκει στον δρόμο του και βρει το θάρρος να χαράξει τη δική του ανοίκεια διαδρομή. Και αυτό πολλές φορές μαγεύει τον επισκέπτη.

Η ευεργετικότητα της Αθήνας είναι ταυτόσημη με την αρρώστια της: υπονομεύει διαρκώς την «αφήγηση» που φτιάχνουμε γι’ αυτήν. Υπερβαίνοντας τις όποιες γενικεύσεις κατασκευάζει η εμπειρία, η καθημερινότητα εδώ έχει ένα είδος παράλογης διαστροφής που, σαν υποψία, παραμένει μόνο λίγα εκατοστά κάτω από την επιφάνεια της αντίληψης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όσοι ζούμε εδώ συμμεριζόμαστε, αλλά δεν πειθαρχούμε σε αυτό που κατά βάθος γνωρίζουμε για τους εαυτούς μας.

Ακόμα κι αυτό, όμως, δεν γίνεται ποτέ κανόνας.

Οι πόλεις είναι περίπλοκες οντότητες. Εκατομμύρια άνθρωποι, χιλιόμετρα επιστρώσεων από σκυρόδεμα και άσφαλτο, υπόνομοι και πολυκατοικίες, η άγνωστη οικολογία των περιστεριών, όλα μεταμορφώνονται σε έναν τεράστιο, χαοτικό, ζωντανό οργανισμό σε παροξυσμό: θόρυβος, γκράφιτι, κυκλοφορία, έγκλημα, αστικές ταραχές, πάρκα, ζώνες εγκατάλειψης και συγκεκριμένες ώρες όταν όλα ερημώνουν.

Ο διαβάτης γνωρίζει ότι δεν υπάρχει μόνο μία πόλη.

Ο διαβάτης γνωρίζει πάντα το μυαλό του πλήθους. Διαισθάνεται τα αδιόρατα κενά μεταξύ των συνοικιών. Ξέρει πότε ακριβώς ο χρόνος πυκνώνει τη νύχτα, όπως ένα παχύ σιρόπι που κυλά αργά ώς το πρωί. Ξέρει τι θα συμβεί αν χτυπήσει τη μικρή πράσινη πόρτα στην οδό Ακαδημίας. Διαβάζει τα ονόματα πίσω από τις γραφές στους τοίχους. μπορεί να σε οδηγήσει κατευθείαν σε ένα προστατευμένο δρομάκι. Ο διαβάτης δεν θα μπορούσε ποτέ να πάει τη νύχτα σε κάποιες γειτονιές. Πολλές φορές, ο διαβάτης μοιάζει με μάντη, αλλά δεν γνωρίζει το μέλλον, ούτε έχει προφητικές ικανότητες. Μόνο αντιλαμβάνεται νωρίς κάποια σημάδια λίγο πριν εκδηλωθούν κι έτσι φαίνεται ότι διαλέγει από τύχη πάντοτε την κατάλληλη διαδρομή.

Τι μπορείς να κάνεις περπατώντας σε μια πόλη;

Η πόλη διαισθάνεται τη δυσαρέσκειά σου και αντιδρά. Βάζει μπροστά σου μια λακκούβα για να σκοντάψεις, σκηνοθετεί το δάγκωμα ενός σκυλιού, μια ύπουλη μαχαιριά, ένα αυτοκινητικό ατύχημα. Είναι εύκολο να πέσεις θύμα της πόλης, αρκεί να βρεθείς στο σωστό μέρος τη λάθος στιγμή.

Ένας διαβάτης μπορεί να συντονιστεί πραγματικά μόνο με μία πόλη. Εντούτοις, θα μπορέσει να «διαβάσει» οποιαδήποτε πόλη, έστω και με τον χάρτη της δικής του.

Ο διαβάτης μελετά την πόλη για ώρες. Η μέθοδος μπορεί να είναι οποιαδήποτε, από το περπάτημα στα σοκάκια, μέχρι την απομνημόνευση των διαθέσιμων δημόσιων καθισμάτων, την παθητική παρατήρηση του πλήθους, την αναζήτηση των χρωμάτων…

Ο διαβάτης ενίοτε παρεμβαίνει στην πόλη με δραστικό τρόπο: μπλοκάρει μια διασταύρωση με το σώμα του, προκαλεί ταραχή με μια απότομη κραυγή, οργανώνει μια υπαίθρια συνάθροιση. Εναλλακτικά, υιοθετεί ένα μέρος της πόλης που έχει το όνομά του: έναν δρόμο, μια πλατεία, μια στοά.

Το ένστικτο του διαβάτη είναι τελείως ανίσχυρο έξω από την πόλη, αλλά επανέρχεται αμέσως μόλις εκείνος επιστρέψει σε αυτήν. Όταν βρεθεί μακριά από την πόλη, ο διαβάτης αισθάνεται άβολα. Στην αρχή όλα είναι ανησυχητικά. Στη συνέχεια, γίνονται δυσάρεστα. Τελικά καταλήγουν αφόρητα.

Ο διαβάτης έχει ανάγκη την πόλη του! Η δύναμη της συνήθειας τον κυβερνά.

Ο διαβάτης μπορεί να βρει ένα πειστικό ψέμα για οποιοδήποτε γεγονός συμβαίνει στην πόλη, αλλά όχι για μεμονωμένους ανθρώπους. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να διαπιστώσει ποιο ποσοστό του πληθυσμού θα υποστήριζε για δήμαρχο έναν δημοφιλή ηθοποιό ή ποια συμμορία ελέγχει την περιοχή ανάμεσα στην Ομόνοια και την πλατεία Βάθης, αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να μετρήσει πόσοι άστεγοι κοιμούνται στους δρόμους μια ορισμένη στιγμή.

Ο διαβάτης, όταν μένει ακίνητος στον δρόμο, μεταμορφώνεται σε μέρος του αστικού τοπίου όπως ένας κάδος ή ένας στύλος. Πολλοί διαβάτες πανικοβάλλονται στη σκέψη να παραμείνουν αδρανείς για περισσότερο από μερικά λεπτά. Ο μόνος τρόπος να το πετύχεις είναι να ταυτιστείς με ένα άψυχο αντικείμενο. μπορείς να επαναλαμβάνεις διαρκώς με τον νου σου τη φράση: «Είμαι ένα ταχυδρομικό κουτί, είμαι ένα ταχυδρομικό κουτί».

Ο διαβάτης συχνά αφήνει κρυφά μηνύματα που μπορούν να διαβαστούν μόνο από όσα άτομα μοιράζονται ένα κοινό μυστικό. Το μήνυμα μπορεί να λάβει πολλές μορφές: μια φαινομενικά δυσανάγνωστη μονοκονδυλιά με μαρκαδόρο, ένα σχήμα ζωγραφισμένο με κιμωλία στην άσφαλτο, ένα τραγούδι που επαναλαμβάνει κάποιος μουσικός του δρόμου, ένα ποίημα σε γραμμωτό κώδικα κολλημένο σε έναν στύλο. Όποιος γνωρίζει μπορεί να συλλάβει το νόημα. Οι υπόλοιποι βλέπουν μόνο λεκέδες στην επιφάνεια της πόλης.

Ο διαβάτης δεν φοβάται να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο μαζικής μεταφοράς όταν κουραστεί. Δεν πληρώνει εισιτήριο. Ξέρει πότε ανοίγουν οι πόρτες, πώς γίνονται οι κατάλληλες ανταποκρίσεις. Οι ελεγκτές τον αγνοούν.

Ο διαβάτης εξαφανίζεται, διαλύεται μέσα στο προϋπάρχον πλήθος. Όλες οι προσπάθειες να εντοπιστεί είναι άκαρπες.

Ο διαβάτης μπορεί να δει μέσα από τα μάτια ενός ζώου της πόλης. Γίνεται, αν το θελήσει, περιστέρι ή αδέσποτο σκυλί.

Ο διαβάτης κυριαρχεί σε μια συγκεκριμένη περιοχή που είναι δική του επικράτεια με σαφή όρια. μπορεί αυτομάτως να αντιληφθεί κάθε ίχνος μαγείας μέσα σε αυτήν.

Ο διαβάτης μπορεί να ενδυθεί το ένδυμα του παρία.Τότε κανείς δεν τον ενοχλεί ανοιχτά ούτε τον χλευάζει, όλοι τον αποφεύγουν επιδεικτικά. Οι άνθρω ποι θα κρατήσουν απόσταση γύρω του. Οι συζητήσεις θα γίνουν όσο συντομότερες και απότομες είναι δυνατόν. Οι μόνες εξαιρέσεις είναι στενοί φίλοι.

Ο διαβάτης αλλάζει αυθόρμητα τις διαδρομές του ακολουθώντας τις επιταγές κάθε περίστασης. Δεν τον ενοχλεί αυτό. Δεν ενοχλείται ποτέ.

Ο διαβάτης μπορεί να ταξιδέψει μέσα στην πόλη δίχως να κάνει ούτε ένα βήμα. Αρκεί να σταθεί στη μέση του κινούμενου πλήθους και να κλείσει τα μάτια. Όταν τα ανοίξει ξανά, θα βρίσκεται σε μια διαφορετική πόλη.

Ο διαβάτης διασχίζει ανεμπόδιστος κάθε είδους ταραχή. μπορεί να καθορίσει την περιοχή στην οποία ξεκινά ένα βίαιο επεισόδιο και τη λογική βάσει της οποίας ο όχλος θα κατευθύνει την οργή του.

Όσο περισσότερο μένει στους δρόμους ένας διαβάτης, τόσο γίνεται μέρος τους. Οι παλιοί εθισμένοι διαβάτες αρχίζουν να χάνουν την ταυτότητά τους. Οι ανάγκες τους συγχωνεύονται με τις συνήθειες της πόλης. Έχουν γίνει ευαίσθητοι στην επιρροή της. Αυτή η κατάσταση επιτρέπει στους διαβάτες να στείλουν το μυαλό τους έξω από το σώμα, δεν ελέγχουν πλέον οι ίδιοι τη διαδρομή τους, μολονότι κάθε τους κίνηση είναι απολύτως συνειδητή.

Σε ορισμένες μεγάλες πόλεις όπως η Αθήνα υπάρχουν και κάποιοι που έχουν χάσει ολωσδιόλου την ατομικότητά τους και κανείς δεν μπορεί να τους βοηθήσει.

 

1. Χρήστος Χρυσόπουλος, Φακός στο Στόμα, ΠΟΛΙΣ 2012, σελ. 24-29, 48-52, 105-111

 

To κείμενο είναι συλλογή αποσπαμάτων από το Φακό στο Στόμα, Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ (2012).


O Χρήστος Χρυσόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1968. Είναι πεζογράφος και δοκιμιογράφος. Έχει τιμηθεί με το βραβείο Αφηγηματικού Πεζού Λόγου της Ακαδημίας Αθηνών (2008). Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι το αφήγημα «Φακός στο στόμα». Άλλα βιβλία του: «Ο βομβιστής του Παρθενώνα», «Ο μανικιουρίστας» (νουβέλα, Οδυσσέας, 2000), «Περίκλειστος κόσμος» (μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 2003), «Φανταστικό μουσείο» (πεζογράφημα, Καστανιώτης, 2005), «Το γλωσσικό κουτί» (δοκίμιο, Καστανιώτης, 2006), «Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον» (μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 2008 – βραβείο Αφηγηματικού Πεζού Λόγου της Ακαδημίας Αθηνών), το δίγλωσσο artist book «Το μαύρο φόρεμα / Τhe black dress» (RCIPP, 2002), σε συνεργασία με τη φωτογράφο Diane Neumaier, το λεύκωμα “Encounters” (Listasafn Reykjavikur, 2003) και το δοκίμιο «Το διπλό όνειρο της γραφής» σε συνεργασία με τον ποιητή Χάρη Βλαβιανό (Πατάκης, 2010).
Βιβλία του έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε Γαλλία, Σλοβενία, Σουηδία, Αλγερία, ΗΠΑ, Νέα Ζηλανδία και Ουγγαρία. Έχει φιλοξενηθεί σε κέντρα συγγραφέων και έχει δώσει διαλέξεις στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Ήταν επισκέπτης του προγράμματος Δημιουργικής Γραφής του τομέα Αμερικανικής Λογοτεχνίας του ΑΠΘ. Ήταν επισκέπτης καθηγητής και fellow στο MFA Creative Writing Program και στο International Writer’s Program του Πανεπιστημίου της Αϊόβα και research fellow στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Πολιτισμού (European Cultural Parliament – ECP).  Προσωπική ιστοσελίδα: http://www.chrissopoulos-vivlia.blogspot.gr/

Leave a Reply

Your email address will not be published.